Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!

Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι!

Όταν τα πράγματα φτάνουν σε τέτοια επίπεδα αβεβαιότητας, ανασφάλειας και απελπισίας, θα έπρεπε να νιώθουμε συλλογικά την ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα προς τα πίσω, αν μη τη άλλο, για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ως εδώ.

«Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι». Αυτό λέει μια παροιμία από το Μπενίν της Αφρικής. Σήμερα ζούμε ασφυκτικά στριμωγμένοι στα προσωπικά αλλά και στα συλλογικά μας αδιέξοδα, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε την παραμικρή διέξοδο. Όταν τα πράγματα φτάνουν σε τέτοια επίπεδα αβεβαιότητας, ανασφάλειας και απελπισίας, θα έπρεπε να νιώθουμε συλλογικά την ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα προς τα πίσω, αν μη τη άλλο, για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ως εδώ. Αυτός ο αδιάκοπος διάλογος του παρόντος με το παρελθόν θα έπρεπε να υφαίνει και να διέπει την κάθε μας απόφαση, την κάθε μας κίνηση προς το μέλλον.

Να’μαστε λοιπόν στο 1956, όπου οι δύο εκθέσεις από τον Νιχάτ Ερίμ ενσαρκώνουν την τουρκική Υψηλή Στρατηγική στο κυπριακό, θέτοντας τις μακροχρόνιες επιδιώξεις της Τουρκίας στο κυπριακό ζήτημα. Εδώ και 65 τόσα χρόνια η κατοχική Τουρκία την ακολουθεί πιστά, με συνέπεια και ευλάβεια, σε αντίθεση με μας, που μας χαρακτηρίζει η σπασμωδικότητα και η παντελής έλλειψη στρατηγικής και εθνικού προσανατολισμού. Αποκτούμε την ανεξαρτησία μας και ένα κουτσουρεμένο σύνταγμα που μας έδωσε όμως μια σημαία, ένα κράτος, μας έδωσε την Κυπριακή Δημοκρατία. Οδηγούμαστε στις ταραχές του 1963, όπου είμαστε και πάλι θεατές σε ένα στημένο παιχνίδι, ακλουθώντας το μονοπάτι που χάραξε ο ξένος δάκτυλος, χωρίς ιδιαίτερη αντίληψη για τους μακροχρόνιους σχεδιασμούς. Πραξικόπημα, εισβολή, κατοχή, εκτοπισμός, αγνοούμενοι, περιφρονημένοι από την ίδια μας την ιστορία. Αποδεχόμαστε όμως τη μοίρα μας και τη διεθνή οικονομική βοήθεια που μας επιτρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και κάνουμε σήμερα αναφορές περί οικονομικού θαύματος.

Ανακήρυξη του ψευδοκράτους 1983, εμείς αμετακίνητοι κάνουμε διαβήματα και κερδίζουμε ψηφίσματα για την απαράδεκτη στάση της Άγκυρας και του Ντενκτάς, όμως για να μην μας πουν και αδιάλλακτους, συνεχίζουμε να συζητάμε και να διαπραγματευόμαστε επί των νέων δεδομένων, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα και τη διεθνή οικονομική στήριξη για να μπορεί να συνεχιστεί το οικονομικό θαύμα. Καθώς διανύουμε τη δεκαετία του ‘80 και ‘90, με τη συνεχιζόμενη διολίσθηση των εθνικών μας διεκδικήσεων, περνάμε ανέμελα στο φιάσκο των S300 και φτάνουμε στο 2004, απολαμβάνοντας σε όλη αυτή την πορεία τα κεκτημένα, διογκώνοντας ταυτόχρονα τον δημόσιο και ευρύτερο ημιδημόσιο τομέα, για να βολεύονται όλοι από λίγο και να εθελοτυφλούν.

Ένα αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας ακολούθησε το δημοψήφισμα του 2004, όπου η μικρή Κύπρος «τα κατάφερε» να σταθεί ακλόνητη στις επιβουλές των ξένων. Αμέσως μετά έρχεται η ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια της ευημερίας και της αλληλεγγύης, και 4 χρόνια μετά, με το σπαθί μας (τρομάρα μας) μπαίνουμε στο ευρώ. Ζούμε πλέον στην εποχή της ανεμελιάς και της επίπλαστης ευμάρειας, το δημόσιο να δανείζεται, με «αλληλέγγυα επιτόκια», για να συντηρηθεί και όλα έβαιναν καλώς αφού όλο και περισσότεροι νεόπλουτοι έμπαιναν στο πάρτι του ασύδοτου δανεισμού από τις «υπεύθυνες» τράπεζες. Οι «εκσυγχρονιστικές» πολιτικές μας ελίτ στο παραλήρημα των εκατομμυρίων του «ευρωπαϊκού» οράματος και σε άρτια συνεννόηση με όλους τους αλληλέγγυους εταίρους, ενέδωσαν σε οδυνηρές υποχωρήσεις όσον αφορά την πορεία του εθνικού μας προβλήματος, δίνοντας πλέον την εντύπωση πως η ορθή λύση (που πιθανόν να εξυπάκουε μια συγκρουσιακή πολιτική διεκδίκηση με ένα μακρύτερο ορίζοντα στρατηγικού σχεδιασμού) είναι αγκάθι στα πλάνα τους που θα τους χαλάσει το πάρτι. Μπαίνουμε στον αστερισμό της οικονομικής κρίσης και της αποικιοκρατίας του Μνημονίου, στα «κουρέματα και στις αποτριχώσεις», στην κατάργηση θεσμών και αξιών, στην ασυδοσία και στην ατιμωρησία, φτάνοντας στο σήμερα της πανδημίας, με τον απλό πολίτη να παρακολουθεί άναυδος και απορημένος. Κύριοι, δεν άλλαξαν οι επιδιώξεις της Τουρκίας, δεν άλλαξε η ληστρική φιλοσοφία των τραπεζών, ο απαιτούμενος εκσυγχρονισμός και μεταρρύθμιση του κράτους δεν θα γίνει με ευχολόγια και επικοινωνιακές φανφάρες, και ναι κύριοι «ο νούρος του σ̌ιύλλου  εν σ̌ιώνει».

Η διαφθορά, η διαπλοκή, η ανομία, η ατιμωρησία, βρήκαν μια κοινωνία απροετοίμαστη να αφομοιώσει και να προσαρμοστεί στην ασυδοσία που την διέσυρε η ηγεσία της. Η πολιτική μας ελίτ απέδειξε περίτρανα ότι έχει μια πολύ ρηχή γνώση του τόπου, του λαού και των αναγκών από εκείνην που θα έπρεπε να έχει και να είναι βασισμένη στην εμπειρική σοφία της ιστορικής παρακαταθήκης. Όπως και να έχει, πολλοί βλέπουν σήμερα πέρα και πάνω από κομματικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις, ότι αναδρομικά η εθνική και οικονομική μας κοντοφθαλμοσύνη και ασυδοσία αποδείχτηκαν μια στραβοτιμονιά που έμελλε να ρίξει το ξαρμάτωτο νησάκι μας στα βράχια. Αλήθεια, ποιος συλλογικός λήθαργος άφησε να θεριέψουν μέσα μας τόσες αυταπάτες για το πού μας οδηγούσαν οι διαχρονικές μας ηγεσίες; Πραγματικά νιώθω ότι χάσαμε προσωρινά την εθνική μας πυξίδα. Ας κοιτάξουμε λοιπόν προς τα πίσω για να βρούμε από πού ξεκινήσαμε και πώς φτάσαμε ως εδώ, για να μπορέσουμε επιτέλους να αλλάξουμε κάτι!

Δρ. Δώρος Παφίτης

Υποψήφιος Βουλευτής Πάφου

ΕΔΕΚ-ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *